Μετάφραση του "krat" σε Ελληνικά

Οι αγγείο, σακαράκα, Καφάσι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krat" σε Ελληνικά.

krat noun neuter γραμματική

een houten of plastic doos met openingen in de zijkanten, veelal gebruikt voor het vervoer van flessen of fruit [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγείο

    noun neuter
  • σακαράκα

    noun feminine
  • Καφάσι

    Als ik die krat kon optillen, zou ik hem doodslaan.

    Αν μπορούσα να σηκώσω το καφάσι θα τον σκότωνα με δαύτο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη