Μετάφραση του "krediet" σε Ελληνικά

Οι πίστη, δόξα, δάνειο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krediet" σε Ελληνικά.

krediet noun neuter γραμματική

Bestedingsruimte of systeem waardoor goederen en diensten worden geleverd in ruil voor uitgestelde in plaats van onmiddellijke betaling.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίστη

    noun feminine

    De mate waarin consumenten afhankelijk zijn van krediet verschilt aanzienlijk van lidstaat tot lidstaat.

    Η εξάρτηση από την καταναλωτική πίστη ποικίλλει σημαντικά μεταξύ διαφορετικών κρατών μελών.

  • δόξα

    noun feminine

    En jou alle krediet laten krijgen voor de vangst van de Viller?

    Και να πάρεις όλη την δόξα για τη σύλληψη του Γδάρτη;

  • δάνειο

    noun neuter

    De Commissie stelt vast dat dit zakelijke krediet een belangrijke bijdrage met eigen middelen inhoudt.

    Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το εν λόγω εμπορικό δάνειο αποτελεί σημαντική ίδια εισφορά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Πίστη
    • κύρος
    • φήμη
    • τιμή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krediet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "krediet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krediet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη