Μετάφραση του "kruiden" σε Ελληνικά
Οι καρυκεύω, εποχή, νοστιμεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kruiden" σε Ελληνικά.
kruiden
verb
noun
γραμματική
specerij bij een gerecht doen [..]
-
καρυκεύω
verbHij kruidt zijn bereiding uitsluitend met zout, peper en eventueel muskaatnoot en gebruikt geen enkel ander additief dan salpeter.
Καρυκεύει την κρεατόμαζα με απλά συστατικά, αλάτι, πιπέρι και ενδεχομένως μοσχοκάρυδο και χωρίς άλλο πρόσθετο πλην του νιτρώδους νατρίου.
-
εποχή
noun feminine -
νοστιμεύω
Verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kruiden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη