Μετάφραση του "kruid" σε Ελληνικά
Οι καρύκευμα, βότανο, Βότανο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kruid" σε Ελληνικά.
Elke groene, gebladerde plant, of deel ervan, gebruikt om ons voedsel op smaak te brengen.
-
καρύκευμα
noun neuterHet waren in de eerste plaats deze Aziatische kruiden die de productie van de worst mogelijk maakten.
Αρχικά, η παραγωγή των λουκάνικων κατέστη δυνατή χάρη στη διαθεσιμότητα των καρυκευμάτων αυτών από την Ασία.
-
βότανο
noun neuterJe moet de inhoud vervangen door water en bittere kruiden.
L θα δούμε το περιεχόμενό του αντικαθίσταται με νερό και πικρό βότανο.
-
Βότανο
Ένα θεραπευτικό φυτό μπορεί να είναι και διαιτητικό
Je moet de inhoud vervangen door water en bittere kruiden.
L θα δούμε το περιεχόμενό του αντικαθίσταται με νερό και πικρό βότανο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χορταρικό
- γρασίδι
- μυρωδικό
- χλόη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kruid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate