Μετάφραση του "leder" σε Ελληνικά

Το δέρμα είναι η μετάφραση του "leder" σε Ελληνικά.

leder noun neuter γραμματική

Een gestroopte en bewerkte huid van een dier waarbij het haar meestal verwijderd is.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέρμα

    noun neuter

    Een gestroopte en bewerkte huid van een dier waarbij het haar meestal verwijderd is.

    Grote van leder vervaardigde producten zoals aktentassen, meubels, valiezen, reiskoffers

    Μεγάλα μεταποιημένα προϊόντα από δέρμα — π.χ. χαρτοφύλακες, βαλίτσες, έπιπλα, ταξιδιωτικά κιβώτια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "leder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Λιντς Γιουνάιτεντ
  • άλγος · θλιψη · λύπη · πίκρα · πόνος · χολή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη