Μετάφραση του "lichamelijk" σε Ελληνικά

Το σωματικός είναι η μετάφραση του "lichamelijk" σε Ελληνικά.

lichamelijk adjective γραμματική

met betrekking tot het lichaam [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σωματικός

    adjective masculine

    Stel beginselen vast die verband houden met de lichamelijke gezondheid.

    Προσδιόρισε αρχές που σχετίζονται με τη σωματική υγεία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lichamelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lichamelijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lichamelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη