Μετάφραση του "lijden" σε Ελληνικά

Οι βάσανο, υποφέρω, οδύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lijden" σε Ελληνικά.

lijden verb γραμματική

smart en ellende ondergaan [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάσανο

    noun neuter

    Het voedt zich met pijn en het lijden van slachtoffers van traumatische gebeurtenissen.

    Ταΐζει από τον πόνο και το βάσανο, θύματα των τραυματικών γεγονότων.

  • υποφέρω

    verb

    Jullie wisten dat babykoetjes moesten lijden voor ons.

    Εσείς ήσασταν αυτοί που ξέρατε ότι κάναμε τα μικρά ζωάκια να υποφέρουν!

  • οδύνη

    noun feminine

    Wij willen het menselijk lijden veroorzaakt door antipersoonsmijnen verminderen.

    Θέλουμε να μειώσουμε την ανθρώπινη οδύνη που προκαλείται από τις νάρκες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαρτύριο
    • αγωνία
    • δέχομαι
    • αγωνιώ
    • δεινοπαθώ
    • βασανίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lijden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lijden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lijden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη