Μετάφραση του "lijdend" σε Ελληνικά

Το παθητική είναι η μετάφραση του "lijdend" σε Ελληνικά.

lijdend adjective particle γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παθητική

    Sinds dat ogenblik worden de leden ervan op brutale wijze vervolgd wegens hun vreedzaam verzet tegen het verzoek hun geloof af te zweren.

    Από τότε, οι πιστοίφίστανται βίαιες διώξεις λόγω του ότι προέβαλαν παθητική αντίσταση όταν τους ζητήθηκε να απαρνηθούν την πίστη τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lijdend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lijdend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • από καιρό · προ πολλού
  • πριν
  • αιτιατική · αντικείμενο
  • διορισμός των μελών
  • αγωνία · αγωνιώ · βάσανο · βασανίζομαι · δέχομαι · δεινοπαθώ · μαρτύριο · οδύνη · υποφέρω
  • οικονομικά συμφέροντα των μελών
  • παθητική φωνή
  • άλγος · θλιψη · λύπη · πίκρα · πόνος · χολή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lijdend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη