Μετάφραση του "log" σε Ελληνικά

Το Δρομόμετρο είναι η μετάφραση του "log" σε Ελληνικά.

log adjective noun masculine neuter γραμματική

niet wendbaar

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δρομόμετρο

    scheepvaart

    Meetinstrument voor het bepalen van de scheepssnelheid en de afgelegde weg (log)

    Εξοπλισμός μέτρησης της ταχύτητας καιτης απόστασης (δρομόμετρο)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " log " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "log" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "log" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη