Μετάφραση του "logaritme" σε Ελληνικά
Οι λογάριθμος, Λογάριθμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "logaritme" σε Ελληνικά.
logaritme
noun
masculine
γραμματική
-
λογάριθμος
noun masculineL= de natuurlijke logaritme van de grenswaarde voor de verontreinigende stof
L= ο φυσικός λογάριθμος της οριακής τιμής για το ρύπο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " logaritme " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Logaritme
-
Λογάριθμος
L= de natuurlijke logaritme van de grenswaarde voor de verontreinigende stof
L= ο φυσικός λογάριθμος της οριακής τιμής για το ρύπο
Φράσεις παρόμοιες με "logaritme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φυσικός λογάριθμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη