Μετάφραση του "maken" σε Ελληνικά

Οι δημιουργώ, κατασκευάζω, φτιάχνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maken" σε Ελληνικά.

maken verb γραμματική

in elkaar zetten [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημιουργώ

    verb

    Zo wordt een hefboomeffect verkregen, omdat een betere opsporing van gevaarlijke situaties mogelijk wordt gemaakt.

    Έτσι θα δημιουργηθεί πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που θα επιτρέπει τον καλύτερο εντοπισμό των επικίνδυνων καταστάσεων.

  • κατασκευάζω

    verb

    Drie daarvan worden alleen door uw dochterbedrijven gemaakt.

    Τρία από αυτά κατασκευάζονται αποκλειστικά απ'τις θυγατρικές σας.

  • φτιάχνω

    verb

    Een film maken is hetzelfde als een meisje versieren.

    Το να φτιάχνω μια ταινία, Είναι σα να φλερτάρω ένα κορίτσι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω
    • πλάθω
    • παράγω
    • παρεμποδίζω
    • καταφέρνω
    • καταλαβαίνω
    • τρομάζω
    • εξομαλύνω
    • mistake κάνω
    • λειαίνω
    • διαμορφώνω
    • ράβω
    • χειροτερεύω
    • φοβίζω
    • προλαβαίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " maken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "maken"

Φράσεις παρόμοιες με "maken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "maken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη