Μετάφραση του "makker" σε Ελληνικά

Οι σύντροφος, φίλος, συνάδελφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "makker" σε Ελληνικά.

makker noun adjective masculine γραμματική

iemand aan wie men door persoonlijke voorkeur verbonden is [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύντροφος

    noun m;f

    Na de storm zocht ie verder naar z'n makkers.

    Μετά την καταιγίδα, έψαξε πάλι για τους συντρόφους του.

  • φίλος

    noun masculine

    Maar je moet eerst het pistool wegdoen, makker.

    Αλλά πρέπει να κατεβάσεις το όπλο πρώτα, φίλε.

  • συνάδελφος

    noun masculine

    Jacobs is een makker van Mark Walker, de cipier die in die loods gedood is.

    ΟΚ, ο Τζέικομπς είναι ένας συνάδελφος του Μαρκ Γουόκερ, του φρουρού φυλακής που σκοτώθηκε στην αποθήκη.

  • συναδέλφισσα

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " makker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "makker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη