Μετάφραση του "mam" σε Ελληνικά
Οι βυζί, μαστός, μαμά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mam" σε Ελληνικά.
mam
noun
common
γραμματική
Een vrouw met tenminste een kind.
-
βυζί
noun neuter -
μαστός
noun masculine -
μαμά
noun feminineWat als Ana iets met mam heeft gedaan?
Kι αv η Άvα είχε κάvει κάτι στη μαμά;
-
μητέρα
noun feminineIk hoop dat mijn auto dit jaar gerepareerd kan worden, mam.
Ελπίζω να φτιάξουμε το αυτοκίνητό μου φέτος, μητέρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mam " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη