Μετάφραση του "mama" σε Ελληνικά

Οι μαμά, μάνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mama" σε Ελληνικά.

mama noun feminine γραμματική

mama (affectionate form of) [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαμά

    noun feminine

    Mama liet de kinderen koekjes eten.

    Η μαμά άφησε τα παιδιά να φάνε μπισκότα.

  • μάνα

    noun feminine

    Verdorie, ik heb de hele nacht gewerkt aan grapjes over haar mama.

    Να πάρει, έμεινα ξύπνιος όλη νύχτα, ψάχνοντας αστεία για τη μάνα της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mama " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mama" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mama" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη