Μετάφραση του "oneerlijk" σε Ελληνικά

Οι βρώμικος, αναληθής, ψευδολόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oneerlijk" σε Ελληνικά.

oneerlijk adjective γραμματική

Zich niet houdend aan ethische of morele principes. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρώμικος

    adjective masculine

    Jij denkt dat ik een klote onverschillige, oneerlijke, onbekwame corrupte rotsmeris ben.

    Πιστεύεις πως είμαι ένας βρώμικος, αδιάφορος, ανέντιμος... άχρηστος αστυνομικός, Ανν;

  • αναληθής

    Adjective
  • ψευδολόγος

    Adjective Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oneerlijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oneerlijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη