Μετάφραση του "opeenvolging" σε Ελληνικά

Οι σειρά, αλυσίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opeenvolging" σε Ελληνικά.

opeenvolging
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σειρά

    noun feminine

    Net als die opeenvolging zoals in de natuur?

    Η σειρά βρίσκεται στη φύση.

  • αλυσίδα

    noun feminine

    Welke opeenvolging van gebeurtenissen kan een nieuwe romantische relatie aantrekkelijk maken?

    Ποια αλυσίδα γεγονότων μπορεί να κάνει μια νέα αισθηματική σχέση δελεαστική;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opeenvolging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opeenvolging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη