Μετάφραση του "open" σε Ελληνικά
Οι ανοιχτός, ελεύθερος, ανοίγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "open" σε Ελληνικά.
open
adjective
verb
γραμματική
niet gesloten [..]
-
ανοιχτός
adjective masculineNiet dicht, iets dat is geopend. [..]
Sta gewoon open, voor wat ze je te bieden hebben.
Να είσαι ανοιχτός σε ό, τι έχουν να προσφέρουν.
-
ελεύθερος
adjective masculineHoe lang denk je dat E het volhoud op de open markt?
Πόσο λέτε να μείνει, ο Ε, ελεύθερος ακόμα;
-
ανοίγω
verbIk vroeg Tom het raam te openen.
Ζήτησα από τον Τομ να ανοίξει το παράθυρο.
-
ανεμπόδιστος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " open " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "open" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αμερικανικό Όπεν
-
ανοικτό σύνολο
-
ανοικτή πρόσβαση
-
Μαζικά ανοικτά διαδικτυακά μαθήματα
-
δισχιδής ράχη
-
ηλιοροφή
-
Ανοικτή συνδεσιμότητα βάσεων δεδομένων
-
ανοίγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη