Μετάφραση του "opheffing" σε Ελληνικά

Οι κατάργηση, ακύρωση, ανύψωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opheffing" σε Ελληνικά.

opheffing

De tenietdoening of schorsing van iets door een besluit van een autoriteit.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάργηση

    noun feminine

    In 1993 heeft Tadzjikistan een wet betreffende de opheffing van monopolies en ter bevordering van de mededinging aangenomen.

    Το 1993, το Τατζικιστάν θέσπισε τον νόμο για την κατάργηση των μονοπωλίων και τον ανταγωνισμό.

  • ακύρωση

    noun feminine

    De opheffing en de schadevergoeding hebben in dat geval hetzelfde voorwerp : de opheffing van dezelfde rechtsgevolgen .

    Η ακύρωση και η αποζημίωση έχουν στην περίπτωση αυτή ως ίδιο αντικείμενο την εξαφάνιση των ίδιων νομικών αποτελεσμάτων.

  • ανύψωση

    noun
  • ύψωμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opheffing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "opheffing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opheffing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη