Μετάφραση του "opgraving" σε Ελληνικά
Το ανασκαφή είναι η μετάφραση του "opgraving" σε Ελληνικά.
opgraving
noun
feminine
γραμματική
De handeling van een lijk uit de aarde te halen.
-
ανασκαφή
noun feminineZe wilde dat niemand bij de opgraving wist dat ze een staal liet testen.
Δεν θέλει να μάθουν στην ανασκαφή ότι εξετάζει το δείγμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " opgraving " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "opgraving" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ανασκαφή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη