Μετάφραση του "ouwe" σε Ελληνικά

Το πατέρας είναι η μετάφραση του "ouwe" σε Ελληνικά.

ouwe noun adjective masculine γραμματική

Een mannelijke ouder.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πατέρας

    noun masculine

    Το αρσενικό του γονιού.

    Ed zou de eerste om op te komen voor zijn zijn ouwe heer.

    Κι ο Εντ θα πλακωνόταν για τον πατέρα του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ouwe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ouwe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ouwe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη