Μετάφραση του "ouweheer" σε Ελληνικά

Το πατέρας είναι η μετάφραση του "ouweheer" σε Ελληνικά.

ouweheer

Een mannelijke ouder.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πατέρας

    noun masculine

    Το αρσενικό του γονιού.

    Mijn ouweheer begon een praktijk en hielp bij bevallingen en hechtte de ene na de andere drievingerige arbeider.

    Τότε ο πατέρας μου άρχισε να βοηθάει στη γέννα παιδιών... και να ράβει τα κομμένα δάχτυλα όσων δούλευαν στους μύλους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ouweheer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ouweheer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη