Μετάφραση του "overtuiging" σε Ελληνικά

Οι πεποίθηση, πίστη, δόγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "overtuiging" σε Ελληνικά.

overtuiging noun feminine γραμματική

een sterke mening of geloof [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεποίθηση

    noun feminine

    Een vastberaden geloof. [..]

    De persoonlijke overtuiging in ons hart is de ware kracht van de kerk.

    Η προσωπική πεποίθηση η οποία κατοικεί στην καρδιά του καθενός μας, είναι η αληθινή δύναμη της Εκκλησίας.

  • πίστη

    noun feminine

    Billie leeft haar leven met moed en overtuiging.

    Billie ζει τη ζωή της με θάρρος και πίστη.

  • δόγμα

    noun neuter

    Christenen moeten beschermd worden op basis van gelijk respect voor iedere overtuiging.

    Πρέπει να παρασχεθεί προστασία στους Χριστιανούς βάσει του ίσου σεβασμού όλων των δογμάτων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " overtuiging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "overtuiging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη