Μετάφραση του "overvallen" σε Ελληνικά
Το ληστεύω είναι η μετάφραση του "overvallen" σε Ελληνικά.
overvallen
verb
particle
noun
γραμματική
bij verrassing iemand belagen of overweldigen
-
ληστεύω
VerbIk vlucht nog beter dan dat ik banken overval.
Πιο καλά τη σκαπουλάρω απ'ό, τι ληστεύω τράπεζες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " overvallen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη