Μετάφραση του "parel" σε Ελληνικά

Οι μαργαριτάρι, χάντρα, πέρλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parel" σε Ελληνικά.

parel noun common γραμματική

een hard, rond voorwerp dat door bepaalde weekdieren (hoofdzakelijk oesters, soms slakken) wordt gemaakt, en dat opgevist wordt om als sieraad te dienen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαργαριτάρι

    noun neuter

    De koopman verkocht alles wat hij had voor één onbetaalbare parel.

    Toν έμπoρo πoυ όταν βρήκε ένα πoλύτιμo μαργαριτάρι πoύλησε ότι είχε και τo αγόρασε.

  • χάντρα

    noun feminine

    Maar kijk je naar de tweede vaas... dan is er één parel onderaan die niet goed ligt.

    Αλλά αν κοιτάξετε το δεύτερο βάζο, υπάρχει μια χάντρα στον πάτο που είναι εκτός θέσης.

  • πέρλα

  • μαργαριτάρ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " parel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "parel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "parel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη