Μετάφραση του "paren" σε Ελληνικά

Το ζευγαρώνω είναι η μετάφραση του "paren" σε Ελληνικά.

paren verb noun γραμματική

paren (met iemand)

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζευγαρώνω

    verb

    En ik moet de hele tijd met dezelfde leeuwin paren... terwijl families daar geld voor geven.

    Κι'μαι αναγκασμένος να ζευγαρώνω με την ίδια γριά λιονταρίνα, ξανά και ξανά, όταν οικογένειες πληρώνουν για να παρακολουθούν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "paren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μωβ
  • Πρόγραμμα ειδοποίησης για δούρειους ίππους
  • Ιός εξαπόλυσης δούρειου ίππου (Trojan Dropper)
  • κάποιοι · μερικοί
  • επακόλουθος
  • ζευγάρι · ζεύγος
  • Μωβ · βιολέτα · βιολετής · βιολετί · ιόχρουν · ιόχρους · ιώδες · ιώδης · μαβής · μαβί · μενεξεδής · μενεξεδί · μοβ · μωβ · πορφυρό · πορφυρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη