Μετάφραση του "paspoort" σε Ελληνικά

Οι διαβατήριο, Διαβατήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paspoort" σε Ελληνικά.

paspoort noun neuter γραμματική

Een door een overheid afgegeven identiteitsbewijs, waarmee men de landsgrenzen over mag.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβατήριο

    noun neuter

    Een door een overheid afgegeven identiteitsbewijs, waarmee men de landsgrenzen over mag.

    Chloe, het is een vals paspoort voor Lois.

    Xλόη, είναι ένα πλαστό διαβατήριο για την Λόις.

  • Διαβατήριο

    Chloe, het is een vals paspoort voor Lois.

    Xλόη, είναι ένα πλαστό διαβατήριο για την Λόις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paspoort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "paspoort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paspoort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη