Μετάφραση του "pension" σε Ελληνικά

Οι πανσιόν, οικοτροφείο, ξενώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pension" σε Ελληνικά.

pension noun neuter γραμματική

een gelegenheid waar men kan logeren [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πανσιόν

    noun feminine

    M'n broer en ik hielpen in m'n moeders pension.

    Βοηθούσα με τον αδελφό μου τη μαμά μου στην πανσιόν.

  • οικοτροφείο

    noun neuter

    Hij woont in een pension - particulier eigendom maar door ons bewaakt.

    Ζει σε ένα οικοτροφείο, ιδιόκτητο, αλλάελεγχόμενο από εμάς.

  • ξενώνας

    noun masculine

    En hier rechts is het Safe Harbour pension.

    Και εδώ στα δεξιά, είναι ο ξενώνας ασφαλείας του λιμανιού.

  • σύνταξη

    noun feminine

    Redding gaat met vervroegd pension in de isoleercel.

    Ο Ρέντιν παίρνει σύνταξη και πάει στην απομόνωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pension " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pension" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη