Μετάφραση του "pensionering" σε Ελληνικά

Το συνταξιοδότηση είναι η μετάφραση του "pensionering" σε Ελληνικά.

pensionering
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνταξιοδότηση

    noun feminine

    Vervroegde pensionering ontmoedigen door de pensioenrechten bij vervroegde uittreding sterker te reduceren.

    Να αποθαρρύνει την πρόωρη συνταξιοδότηση με αύξηση των ποινών σε περίπτωση πρόωρης εξόδου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pensionering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pensionering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη