Μετάφραση του "petroleum" σε Ελληνικά

Οι πετρέλαιο, Κηροζίνη, ορυκτέλαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "petroleum" σε Ελληνικά.

petroleum
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πετρέλαιο

    noun neuter

    Motorfietsen, mode modellen en een multi-miljard petroleum rijk.

    Μηχανές, μοντέλα, και μια αυτοκρατορία πετρελαίου πολλών δις δολαρίων.

  • Κηροζίνη

    chemische stof

    Koop morgen wat petroleum om te zien waar ze uit de muur komen.

    Αύριο θα πας να πάρεις λίγη κηροζίνη και θα τους εξολοθρεύσεις.

  • ορυκτέλαιο

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " petroleum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "petroleum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη