Μετάφραση του "pijpen" σε Ελληνικά
Οι πεολειξία, πεοθηλασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pijpen" σε Ελληνικά.
pijpen
verb
noun
γραμματική
In seksuele voldoening aan een mens voorzien via orale stimulatie.
-
πεολειξία
noun feminineMijn collega en ik zagen hoe uw vrouw u pijpte terwijl u een voertuig bestuurde.
Μόλις είδαμε τη γυναίκα σου να επιδίδεται σε πεολειξία, ενώ οδηγούσατε.
-
πεοθηλασμός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pijpen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pijpen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγωγός · ακροφύσιο · εκκλησιαστικό · καπνοσύριγγα · πίπα · σιφόνι · στόμιο · σωλήνα · σωλήνας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη