Μετάφραση του "pilot" σε Ελληνικά
Οι πιλότος, πιλοτικό επεισόδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pilot" σε Ελληνικά.
pilot
-
πιλότος
noun masculineDe juiste term is " test pilot " grappige kerel.
Ο ακριβής όρος είναι " δοκιμαστικός πιλότος, " εξυπνάκια.
-
πιλοτικό επεισόδιο
noun neuterIn de pilot was het duidelijk dat het een verleden had.
Νομίζω ότι στο πιλοτικό επεισόδιο είναι εμφανές ότι υπάρχει ιστορία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pilot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pilot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναγνωριστικό εισόδου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη