Μετάφραση του "plannen" σε Ελληνικά

Οι σχεδιάζω, προγραμματίζω, χρονοδιάγραμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plannen" σε Ελληνικά.

plannen verb noun γραμματική

Een plan maken of uitwerken voor iets.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχεδιάζω

    verb

    Een plan maken of uitwerken voor iets.

    Praat niet over tampons terwijl ik mijn wraak plan.

    Μη μιλάς για ταμπόν, ενώ εγώ σχεδιάζω την εκδίκησή μου.

  • προγραμματίζω

    verb

    Om ons te informeren dat er een hoorzitting is gepland voor jouw vervroegde vrijlating.

    Σε ενημερώσει ότι έχει προγραμματιστεί ακρόαση για την επιτήρησή σου.

  • χρονοδιάγραμμα

    noun neuter

    Het plan met corrigerende maatregelen moet een tijdschema voor de tenuitvoerlegging van de beoogde maatregelen bevatten.

    Το σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των προβλεπόμενων μέτρων.

  • κατάστρωση χρονοδιαγράμματος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plannen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "plannen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plannen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη