Μετάφραση του "plooi" σε Ελληνικά
Το πτυχή είναι η μετάφραση του "plooi" σε Ελληνικά.
plooi
noun
verb
masculine
γραμματική
Een plaats in een dun materiaal (zoals papier) waar het materiaal abrupt van richting verandert, typisch richting zichzelf.
-
πτυχή
noun feminineElke naar boven convexe, naar onder concave plooi.
Οποιαδήποτε πτυχή με το κυρτό μέρος προς τα πάνω και το κοίλο μέρος προς τα κάτω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " plooi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "plooi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διπλώνω · λυγίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη