Μετάφραση του "plooien" σε Ελληνικά

Οι λυγίζω, διπλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plooien" σε Ελληνικά.

plooien verb noun γραμματική

iets in losse vouwen opstapelen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυγίζω

    verb

    Een soort die zich zover heeft ontwikkeld... dat we de wereld om ons heen kunnen plooien, vormgeven en veranderen.

    Ένα είδος που έχει αναπτύξει στο σημείο όπου μπορούμε να λυγίσει και το σχήμα και να αλλάξει τον κόσμο γύρω μας.

  • διπλώνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plooien " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "plooien" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plooien" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη