Μετάφραση του "pompen" σε Ελληνικά

Οι άντληση, αντλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pompen" σε Ελληνικά.

pompen verb noun γραμματική

vloeistof of gas met een pomp verplaatsen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άντληση

    Noun

    Als we zuurstof door al de aangesloten sloepen pompen, zal dat de levensondersteuning van de Maru overbelasten.

    Η άντληση του αέρα σε όλες αυτές τις συνδεδεμένες λέμβους επιβαρύνει την υποστήριξη ζωής του Μάρου.

  • αντλώ

    verb

    en pomp dat door de warmtewisselaar,

    την αντλώ μέσω του μηχανισμού εναλλαγής θερμότητας,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pompen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pompen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αντλία · αίγλη · αντλία · βενζινάδικο · τρόμπα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pompen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη