Μετάφραση του "pomp" σε Ελληνικά

Οι αντλία, βενζινάδικο, τρόμπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pomp" σε Ελληνικά.

pomp noun feminine γραμματική

Een werktuig dat een vloeistof door een inlaatklep opzuigt en vervolgens ze door een uitlaatklep weer uitperst.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντλία

    noun feminine

    Een werktuig dat een vloeistof door een inlaatklep opzuigt en vervolgens ze door een uitlaatklep weer uitperst.

    De door het hoofdwerktuig aangedreven pomp kan vervangen worden door een onafhankelijk aangedreven pomp.

    Η αντλία που κινείται από την κύρια μηχανή μπορεί να αντικατασταθεί από ανεξάρτητη μηχανοκίνητη αντλία.

  • βενζινάδικο

    noun neuter

    Het is alsof je bij de pomp werkt en de auto's af en aan ziet rijden.

    Είναι σαν να'μαι σε βενζινάδικο και βλέπω τα αμάξια να φεύγουν.

  • τρόμπα

    noun feminine

    Ik pak mijn penis pomp, en we zijn hier weg.

    Πάω να πάρω την τρόμπα πέους και φεύγουμε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αίγλη
    • Αντλία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pomp " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pomp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άντληση · αντλώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pomp" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη