Μετάφραση του "pot" σε Ελληνικά
Οι αγγείο, βάζο, κατσαρόλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pot" σε Ελληνικά.
pot
noun
verb
masculine
γραμματική
een cilindervormig voorwerp van glas of aardewerk [..]
-
αγγείο
noun neuterEn in de zomer maakten we potten uit het leem.
Το καλοκαίρι μαζεύαμε πηλό από τον πυθμένα και φτιάχναμε αγγεία.
-
βάζο
noun neuterIk heb het halve potje van gisteravond al gebruikt.
Χρησιμοποίησα ήδη το μισό βάζο που μου έδωσες χθες βράδυ.
-
κατσαρόλα
noun feminineEen algemeen keukengereedschap om eten in te koken, braden of op een andere wijze te bereiden.
Uit de potten blijven.
Φύγε από την κατσαρόλα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ουροδοχείο
- αδερφή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποχωρητήριο · λεκάνη · λεκάνη τουαλέτας · τουαλέτα
-
είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα
-
γαμήσι · πήδημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη