Μετάφραση του "poten" σε Ελληνικά

Το φυτεύω είναι η μετάφραση του "poten" σε Ελληνικά.

poten verb noun γραμματική

ondiep in de aarde stoppen, met name van bollen, wortels, zaden e.d. om deze te laten groeien

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυτεύω

    verb

    De aardappelen worden op geringe diepte gepoot zodat zij deze gunstige omstandigheden kunnen benutten.

    Για να επωφεληθούν από τις ευνοϊκές αυτές συνθήκες, οι πατάτες της νήσου Ré φυτεύονται σε μικρό βάθος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " poten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "poten"

Φράσεις παρόμοιες με "poten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • οπλή · πόδι
  • θυμωμένος
  • οπλή · πούστης · πόδι · σκύλα · υπογραφή · χέρι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "poten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη