Μετάφραση του "programmeertaal" σε Ελληνικά
Οι γλώσσα προγραμματισμού, Γλώσσα προγραμματισμού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "programmeertaal" σε Ελληνικά.
Een formele taal die gebruikt wordt om het gedrag van een machine te controleren, voornamelijk een computer.
-
γλώσσα προγραμματισμού
noun feminine masculineNaar mijn mening lijkt de programmeertaal op de taal die een romanschrijver gebruikt.
Νομίζω ότι η γλώσσα προγραμματισμού πρέπει να εξομοιωθεί με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας μυθιστορήματος.
-
Γλώσσα προγραμματισμού
τεχνητή γλώσσα σχεδιασμένη για να δοθούν εντολές σε μια υπολογιστική μηχανή
Naar mijn mening lijkt de programmeertaal op de taal die een romanschrijver gebruikt.
Νομίζω ότι η γλώσσα προγραμματισμού πρέπει να εξομοιωθεί με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας μυθιστορήματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " programmeertaal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate