Μετάφραση του "programmeren" σε Ελληνικά

Οι προγραμματισμός, προγραμματίζω, Προγραμματισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "programmeren" σε Ελληνικά.

programmeren verb γραμματική

Het invoeren van een programma of andere instructies in een computer (of een ander elektronisch apparaat) om hem te instrueren om een bepaalde taak uit te voeren.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προγραμματισμός

    noun masculine

    De 28 miljoen euro die was toegewezen uit de begroting van 2011, is geprogrammeerd.

    Καταρτίστηκε προγραμματισμός για τη χορήγηση 28 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του 2011.

  • προγραμματίζω

    verb

    Te programmeren om achter het doelwit te detoneren.

    Μπορεί να προγραμματιστεί να εκραγεί πάνω ή πίσω από το στόχο.

  • Προγραμματισμός

    computer

    De 28 miljoen euro die was toegewezen uit de begroting van 2011, is geprogrammeerd.

    Καταρτίστηκε προγραμματισμός για τη χορήγηση 28 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του 2011.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " programmeren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "programmeren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "programmeren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη