Μετάφραση του "puzzel" σε Ελληνικά

Οι αίνιγμα, παζλ, Γρίφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puzzel" σε Ελληνικά.

puzzel noun verb feminine γραμματική

een raadsel of moeilijke opgave die men als tijdverdrijf probeert op te lossen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αίνιγμα

    noun neuter

    Als dit boek een puzzel is, zijn deze misschien de stukjes.

    Αν αυτό το βιβλίο είναι ένα αίνιγμα, τότε αυτές θα είναι τα κομμάτια του.

  • παζλ

    noun neuter

    Zei dat het als een puzzel was, daar binnen, kon niet gerepareerd worden.

    Είπε ότι ήταν σαν ένα παζλ εκεί, δεν μπορούσε να καθοριστεί.

  • Γρίφος

    γρίφοι λογικής, υπολογισμού, σπαζοκεφαλιές, κουίζ, κτλ

    Ze wisten dat wij elke puzzel konden oplossen.

    Ήξεραν πως δεν υπάρχει γρίφος που δεν θα λύσουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puzzel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puzzel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη