Μετάφραση του "put" σε Ελληνικά

Οι πηγάδι, φρέαρ, τρίπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "put" σε Ελληνικά.

put noun verb masculine γραμματική

een pijpvormige uitholling in een oppervlak

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηγάδι

    noun neuter

    De enige weg van hier naar Sinmorfitellia is via de put.

    O μόvoς δρόμoς για τov Σιvμoρφιτέλια από δω είναι μέσα από τo πηγάδι.

  • φρέαρ

    noun neuter

    Een oppervlak dat het niveau aangeeft tot waar het water zal stijgen in nauw omsloten putten.

    Επιφάνεια που αναπαριστά τη στάθμη στην οποία θα ανέλθουν τα ύδατα μέσα σε ερμητικά εγκιβωτισμένα φρέατα.

  • τρίπα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λάκκος
    • τρύπα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " put " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "put" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "put" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη