Μετάφραση του "redenering" σε Ελληνικά

Το συλλογισμός είναι η μετάφραση του "redenering" σε Ελληνικά.

redenering noun feminine γραμματική

het proces waarmee men van een aantal argumenten, premissen of axioma's tot een standpunt of conclusie komt

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συλλογισμός

    Dezelfde redenering geldt voor het vervoer van de bemanningen.

    Ο ίδιος συλλογισμός μπορεί να ισχύσει και για τη μεταφορά των πληρωμάτων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " redenering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "redenering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη