Μετάφραση του "redevoering" σε Ελληνικά

Οι ομιλία, λόγος, διάλεξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "redevoering" σε Ελληνικά.

redevoering noun feminine γραμματική

Een redevoering of vorm van mondelinge communicatie waarmee een spreker zijn gedachten en emoties kenbaar maakt voor een publiek, vaak voor een zeker doel.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομιλία

    noun feminine

    Μια μορφή ή έκφραση προφορικής επικοινωνίας στην οποία ένας ομιλητής εκδηλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ενώπιον κοινού, συχνά για έναν δοσμένο σκοπό(Source: RHW)

    Hieruit kan, evenmin als uit een redevoering, ook maar iets worden geschrapt.

    Δεν μπορεί να την περικόψει κανείς, όπως δεν μπορεί να διαγράψει και αποσπάσματα από μια ομιλία.

  • λόγος

    noun masculine

    Μια μορφή ή έκφραση προφορικής επικοινωνίας στην οποία ένας ομιλητής εκδηλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ενώπιον κοινού, συχνά για έναν δοσμένο σκοπό(Source: RHW)

    Die redevoeringen zijn beschikbaar voor alle collega' s die deze willen inzien.

    Οι λόγοι αυτοί είναι στη διάθεση όλων των συναδέλφων που επιθυμούν να τους συμβουλευθούν.

  • διάλεξη

    noun feminine

    Ze gaf een redevoering bij een ruimtesymposium bij de New York Hall of Science.

    Θα έδινε διάλεξη σε ένα διαστημικό συμπόσιο διάρκειας μιας βδομάδας, στη νέα Αίθουσα Επιστημών της Νέας Υόρκης.

  • αγόρευση

    noun feminine

    Plechtige redevoering, Italiaanse bioscoop, sportwagens.

    Αγόρευση, Ιταλικός κινηματογράφος, σπορ αμάξια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " redevoering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "redevoering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "redevoering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη