Μετάφραση του "rook" σε Ελληνικά

Οι καπνός, καπνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rook" σε Ελληνικά.

rook noun verb masculine γραμματική

een zichtbaar mengsel van gassen, dampen en fijne vaste deeltjes dat bij verbranding opstijgt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπνός

    noun masculine

    Een aerosol, bestaande uit zichtbare deeltjes en gassen, geproduceerd door een onvolledige verbranding van koolstof gebaseerde materialen, zoals hout en fossiele brandstoffen. [..]

    Toen de bom afging was er een flits en er was heel veel rook.

    Όταν εξερράγη η βόμβα, υπήρχε μια λάμψη, και μετά υπήρχε πολύς καπνός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rook " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rook
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπνός

    noun

    Rook zit vol koolmonoxide, hetzelfde giftige gas dat uit de uitlaat van auto’s komt.

    Επειδή αυτός ο καπνός είναι γεμάτος μονοξείδιο του άνθρακα, το ίδιο δηλητήριο που περιέχουν τα καυσαέρια των αυτοκινήτων.

Εικόνες με "rook"

Φράσεις παρόμοιες με "rook" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rook" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη