Μετάφραση του "ruilen" σε Ελληνικά
Το ανταλλάσσω είναι η μετάφραση του "ruilen" σε Ελληνικά.
ruilen
verb
noun
γραμματική
overeenkomen bezit tegen dat van een ander uit te wisselen [..]
-
ανταλλάσσω
verbIk ruil met mensen de dingen die ik nodig heb.
Θα τα ανταλλάσσω με άλλους για πράγματα που χρειάζομαι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ruilen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ruilen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανταλλαγή · αντιπραγματισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη