Μετάφραση του "ruim" σε Ελληνικά
Οι αμπάρι, ευρύχωρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruim" σε Ελληνικά.
ruim
adjective
noun
verb
adverb
neuter
γραμματική
van grote omvang of uitgestrektheid [..]
-
αμπάρι
NounContainers met kabeljauw worden gescheiden van andere containers in het ruim opgeslagen.
Οι περιέκτες γάδου στοιβάζονται στο αμπάρι χωριστά από τους άλλους περιέκτες.
-
ευρύχωρος
adjective masculineZijn tuin was ruim en prachtig.
Ο κήπος του ήταν ευρύχωρος και όμορφος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ruim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ruim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη