Μετάφραση του "scepter" σε Ελληνικά
Το σκήπτρο είναι η μετάφραση του "scepter" σε Ελληνικά.
scepter
noun
masculine
γραμματική
sierlijk bewerkte staf, symbool voor het gezag van een regerende vorst
-
σκήπτρο
noun neuterΔιακοσμητική ράβδος που κατέχει ένας μονάρχης προς ένδειξη της εξουσίας του.
De jonker heeft zijn scepter in de verkeerde hand.
Ο βαλές κρατά το σκήπτρο με το λάθος χέρι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scepter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "scepter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναμένω · κυβερνάω · κυβερνώ · περιμένω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη