Μετάφραση του "scepticisme" σε Ελληνικά

Το σκεπτικισμός είναι η μετάφραση του "scepticisme" σε Ελληνικά.

scepticisme
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκεπτικισμός

    noun masculine

    Het scepticisme dat ik hier geschetst heb, neemt dagelijks toe.

    Ο σκεπτικισμός που εξέφρασα πρωτύτερα συνεχίζει να μεγαλώνει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scepticisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scepticisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη