Μετάφραση του "scheidsrechter" σε Ελληνικά
Οι διαιτητής, κριτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scheidsrechter" σε Ελληνικά.
scheidsrechter
noun
masculine
γραμματική
Een aangstelde persoon, of een gekozene door partijen om te beslissen in een geschil tussen hen.
-
διαιτητής
noun masculineEen scheidsrechter onthoudt zich van eenzijdige contacten in verband met de procedure.
Ο διαιτητής δεν πραγματοποιεί μονομερείς επαφές σχετικά με τη διαδικασία.
-
κριτής
noun commonNu zijn internet reviews de voornaamste scheidsrechter van legitimiteit in elk beroep.
Τώρα, οι έρευνες στο διαδίκτυο έχουν γίνει πρωταρχικός κριτής νομιμότητας σε κάθε επάγγελμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scheidsrechter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "scheidsrechter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βοηθός διαιτητή στο ποδόσφαιρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη